Πρόσφατα σχόλια

    Αρχείο

    Παιχνίδια με τον χάρο

    Μια μέρα συνάντησα τον χάρο,

    και μου είπε με μια νεκρή φωνή «ήρθα να σε πάρω».

    «Ποιος είσαι; γιατί είσαι μαυροφορεμένος;

    πού θα με πας; γιατί είσαι στεναχωρημένος;»;

    «Είμαι ο χάρος και ήρθα να σε πάρω,

    μη φοβάσαι, θα περάσεις ωραία εκεί που θα σε πάω».

    «Δε θέλω να έρθω, κι’η ζωή είναι ωραία,

    αλήθεια,γιατί πήρες μαζί σου τον Ανδρέα»;

    «Γιατί είχε έρθει η ώρα του,όπως ήρθε κι’η δική σου ώρα,

    έλα,ντύσου γρήγορα, τα καλά σου ρούχα φόρα».

    «Δεν ήρθε η ώρα μου ακόμα,φύγε από δω,

    δίνω κατάρα κι’ευχή, να μην σε ξαναδώ».

    «Έλα με το καλό, αλλιώς θα σε πάρω με το ζόρι,

    εσένα μου ‘ταξε η μοίρα να ‘ρθω να σε πάρω και σου ζητώ sorry».

    «Δεν έρχομαι ούτε με το καλό ούτε με το ζόρι,

    πες της μοίρας μου ότι δε δέχομαι τη sorry».

    Τότε ο χάρος βγάζει τ’όπλο το γεμάτο από σφαίρες,

    και για μια στιγμή πίστεψα ότι μου τέλειωσαν οι μέρες.

    Ορμάω πάνω του πριν με σκοτώσει,

    πετιέται τ’όπλο και για λίγο έχω γλιτώσει.

    Τρέχει να πάει να πάρει τ’όπλο το γεμάτο,

    τον βάζω τρικλοποδιά και τον ρίχνω κάτω.

    Τρέχω να πάρω τ’όπλο το γεμάτο,

    μου πιάνει τα πόδια και με ρίχνει κάτω.

    Τ’όπλο όμως ήταν μπροστά μου τώρα κι’έτσι το πήρα,

    πίστεψα έτσι ότι θα μου χαμογελάσει η δικιά μου μοίρα.

    Γύρισα απότομα και σημάδεψα τον χάρο,

    πίστεψα ότι τη ζωή του θα πάρω.

    «Έλα,σκότωσε με εδώ και τώρα,

    κάντο!Μη χάνεις ώρα».

    Τη στιγμή που πυροβολούσα πίστεψα ότι τη ζωή του πήρα,

    αλλά δυστυχώς διαφορετική γνώμη είχε η μοίρα.

    Η σφαίρα διαπέρασε το σώμα του χωρίς να τον σκοτώσει,

    τότε παρακάλεσα τον θεό απ’του χάρου τα δόντια να με σώσει.

    Τότε έβγαλα τις σφαίρες απ’τ’όπλο πριν προλάβει να μου το πάρει,

    «σε ικετεύω θεέ μου, κάνε μου τη χάρη».

    Πετώ τα’όπλο,ο χάρος βγάζει μαχαίρι,

    πάει να με σκοτώσει, βάζω μπροστά το χέρι.

    Τραυματίζομαι ελαφρά στο χέρι,

    δυστυχώς δεν είχα εγώ μαχαίρι.

    Και πάνω στην μάχη στην κοιλιά τον μαχαιρώνω,

    παίρνω το μαχαίρι και στην καρδιά του το καρφώνω.

    Ο χάρος τότε σηκώνεται και βγάζει απ’την καρδιά του το μαχαίρι,

    και απλώνει αδύναμα το δικό του χέρι.

    «Ορίστε,πάρε το μαχαίρι, κέρδισες την πρώτη μονομαχία,

    όμως τον πόλεμο θα τον κερδίσω εγώ, μα την παναγία».

    Πήρα το μαχαίρι κι’εξαφανίστηκε με μιας από μπροστά μου και τον θεό ευχαριστούσα,

    και να μην ξανάρθει ποτέ να πάρει κανέναν, παρακαλούσα.

    Δυστυχώς όμως απ’του χάρου τα δόντια κανείς δεν γλιτώνει,

    κι’ο καθένας εκεί που πάει, τις αμαρτίες του πληρώνει.

    Share Button

    Αφήστε μια απάντηση

    Διαφημίσεις

    varsas

     

    ad

     

    ad

     

    ad