Πρόσφατα σχόλια

    Αρχείο

    Διδαχές Πατρός Πορφύριου

    Όταν η ψυχή είναι ταραγμένη, θολώνει το λογικό και δε βλέπει καθαρά. Μόνο, όταν η ψυχή είναι ήρεμη, φωτίζει το λογικό, για να βλέπει καθαρά την αιτία κάθε πράγματος.

    didaxes-PorfuriouΗ ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ο Θεός τη γνωρίζει.

    Γιατί να κυνηγάμε τα σκοτάδια; Να, θα ανάψουμε το φως και τα σκοτάδια θα φύγουν μόνα τους. Θα αφήσουμε να κατοικήσει σ’ όλη την ψυχή µας ο Χριστός και τα δαιμόνια θα φύγουν μόνα τους.

    Όταν έρθει μέσα μας ο Χριστός, τότε ζούμε μόνο το καλό, την αγάπη για όλο τον κόσμο. Το κακό, η αμαρτία, το μίσος εξαφανίζονται μόνα τους, δεν μπορούν, δεν έχουν θέση, να μείνουν.

    Να µην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς το Χριστό και τους ανθρώπους. Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή.

    Στην ψυχή, που όλος ο χώρος της είναι κατειλημμένος από το Χριστό, δεν μπορεί να µπει και να κατοικήσει ο διάβολος, όσο κι αν προσπαθήσει, διότι δεν χωράει, δεν υπάρχει κενή θέση γι’ αυτόν.

    Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε. Με την καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί, με την κατανόηση και βοήθεια θα σωθεί.

    Το κακό αρχίζει από τις κακές σκέψεις. Όταν πικραίνεσαι και αγανακτείς, έστω µόνο µε τη σκέψη, χαλάς την πνευµατική ατµόσφαιρα. Εµποδίζεις το ’γιο Πνεύµα να ενεργήσει και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό. Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισµό.

    Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήσει το Χριστό, κι όταν αγαπήσει το Χριστό, απαλλάσσεται απ’ τό διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο.

    Να προσεύχεσαι χωρίς αγωνία, ήρεμα, µε εμπιστοσύνη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού.

    Δεν πρέπει να πολεμάτε τα παιδιά σας, αλλά τον σατανά που πολεµά τα παιδιά σας. Να τους λέτε λίγα λόγια και να κάνετε πολλή προσευχή.

    Η προσευχή κάνει θαύματα. Δεν πρέπει η μητέρα να αρκείται στο αισθητό χάδι στο παιδί της, αλλά να ασκείται στο πνευματικό χάδι της προσευχής.

    Η σωτηρία του παιδιού σας περνάει μέσα από τον εξαγιασμό το δικό σας.

    Ο αγιασμός δεν είναι ακατόρθωτο πράγμα, είναι μάλιστα εύκολος, φθάνει εσείς να αποκτήσετε ταπείνωση και αγάπη.

    Αν θέλεις μπορείς να αγιάσεις και μέσα στην Οµόνοια.

    Να παρακαλάς το Θεό να συγχωρήσει τις αμαρτίες σου. Κι ο Θεός, επειδή θα τον παρακαλάς πονεμένος και ταπεινωμένος, θα σου συγχωρήσει τις αμαρτίες σου και θα σε κάνει καλά και στο σώμα.

    Όταν προσεύχεσαι, να ξεχνάς την σωματική σου αρρώστια, να την αποδέχεσαι σαν κανόνα, σαν επιτίμιο, για την άφεση των αμαρτιών σου. Για τα παραπέρα µην ανησυχείς, άφησέ τα στο Θεό κι ο Θεός ξέρει τη δουλειά Του.

    Οι ασθένειες µας βγάζουν σε καλό, όταν τις υπομένουμε αγόγγυστα, παρακαλώντας το Θεό να µας συγχωρήσει τις αμαρτίες και δοξάζοντας το όνομά Του.

    Η μεγάλη λύπη και η στενοχώρια δεν είναι από το Θεό, είναι παγίδα του διαβόλου.

    Να γεμίσεις την ψυχή σου με Χριστό, με θείο έρωτα, µε χαρά. Η χαρά του Χριστού θα σε γιατρέψει.

    Ο Θεός φροντίζει ακόμη και για τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής µας. Δεν αδιαφορεί για µας, δεν είμαστε µόνοι στον κόσµο.

    Ο Θεός µας αγαπάει πολύ, µας έχει στο νου Του κάθε στιγμή και µας προστατεύει. Πρέπει να το καταλάβουμε αυτό και να µή φοβούμαστε τίποτε.

    Μόνο η χάρη του Θεού, µόνο η αληθινή αγάπη µας, που θυσιάζεται μυστικά για τους άλλους, μπορεί να σώσει και τους άλλους και µας.

    Η αγάπη χρειάζεται θυσίες. Να θυσιάζουµε ταπεινά κάτι δικό µας, που στην πραγµατικότητα είναι του Θεού.

    Ευτυχία μέσα στο γάμο υπάρχει, αλλά απαιτεί μια προϋπόθεση: να έχουν αποκτήσει οι σύζυγοι πνευματική περιουσία, αγαπώντας το Χριστό και τηρώντας τις εντολές Του. Έτσι θα φτάσουν να αγαπιούνται αληθινά μεταξύ τους και να είναι ευτυχισµένοι.

    Είναι προτιµότερο να αποτύχεις σαν λαϊκός, παρά σαν µοναχός.

    Ο ορθόδοξος ασκητισμός δεν είναι µόνο για τα μοναστήρια, αλλά και για τον κόσµο.

    Πολλοί λένε ότι η χριστιανική ζωή είναι δυσάρεστη και δύσκολη, εγώ λέω ότι είναι ευχάριστη και εύκολη, αλλά απαιτεί δυο προϋποθέσεις: ταπείνωση και αγάπη.

    Αν έρθει η χάρη του Θεού, όλοι και όλα αλλάζουν, έλα όμως που για να έρθει, χρειάζεται πρώτα να ταπεινωθούµε!

    Μπορεί κάποιος να μιλάει για τις αμαρτίες του και να είναι υπερήφανος κι άλλος να μιλάει για τις αρετές του και να είναι ταπεινός.

    Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του διαβόλου, πού φέρνει την απελπισία και την αδράνεια, ενώ η αληθινή ταπείνωση φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού.

    Δε γίνεται κανείς χριστιανός µε την τεμπελιά, χρειάζεται δουλειά, πολλή δουλειά.

    Το παν είναι να αγαπήσει ο άνθρωπος το Χριστό και όλα τα προβλήματα τακτοποιούνται.

    Και τώρα το Άγιο Πνεύμα θέλει να μπει στις ψυχές µας, όπως και τότε, αλλά σέβεται την ελευθερία µας, δε θέλει να την παραβιάσει. Περιμένει να του ανοίξουμε µόνοι µας την πόρτα και τότε θα μπει στην ψυχή µας και θα την µεταµορφώσει. Όταν έρθει και κατοικήσει σ’ όλο το χώρο της ψυχής µας ο Χριστός, τότε φεύγουν όλα τα προβλήματα, όλες οι πλάνες, όλες οι στενοχώριες. Τότε φεύγει και η αµαρτία.

    Έλεγε ο πατήρ Πορφύριος ότι γνώριζε νέους που είχαν εκ φύσεως τη φύση πλησίον του αντίθετου φύλου δηλαδή, ενώ ήσαν αγόρια, αισθανόντουσαν περισσότερο σαν κορίτσια και το αντίθετο, αλλά όχι μόνο δεν εξετράπησαν προς το κακό της αντίθετης φύσεως αλλά και τη δική τους φύση κι’ αυτή την κράτησαν δεμένη με τις σκέψεις της σωφροσύνης κι’ αγιοσύνης και διήνυσαν τη ζωή τους σαν επίγειοι άγγελοι και άρπαξαν το μεγάλο στεφάνι της παρθενίας, από το χέρι του στεφανοθέτου Χριστού.

    Και φυσικά, κατά το μέτρο του πειρασμού είναι ανάλογη και η λαμπρότης του στεφάνου που χαρίζει ο Κύριος. Συνεπώς έλεγε ο πατήρ Πορφύριος, ανάλογα με τους πειρασμούς, είναι και τα στεφάνια. Γι’ αυτό κι’ οι μεγαλομάρτυρες τιμούνται με ιδιαίτερο σεβασμό. Ο σωστά σκεπτόμενος άνθρωπος δεν αγανακτεί για τον πειρασμό που του παραχώρησε ο Κύριος, αλλά χαίρεται κι ευχαριστεί για την τιμή που του γίνεται.

    Όταν ο γέρων Πορφύριος ήταν νεώτερος και υγιής, εξομολογούσε πολλούς πιστούς και, σαν ευσπλαχνικός πατέρας, ό,τι κι αν του λέγανε, τους τα συγχωρούσε όλα. Μόνο που τους έκανε στο τέλος μία ερώτηση. Έχεις κακία με κανένα; Κι’ άν ένας του έλεγε ότι δεν κρατεί κακία με κανένα, τον αγαπούσε πολύ, άν όμως του έλεγε ότι έχει έχθρα με τον αδελφό του ή τη νύφη του ή με κάποιο άλλο πρόσωπο, άρχιζε να του αναπτύσσει το μυστήριο της συγχωρητικότητας και του ελέους προς τον συνάνθρωπο μας, γιατί το πταίσμα του πλησίον μας, όσο μεγάλο κι’ άν φαίνεται, στην πραγματικότητα, μπροστά στα πταίσματα μας προς το Θεό είναι ελάχιστο κι’ όμως αυτή τη μεγαλοψυχία μας θα εκμεταλλευθεί ο Θεός για να μας συγχωρήσει αμαρτίες, για τις οποίες δεν υπάρχει αριθμός. Μάλιστα θα ‘τανε φρικτό και βλακώδες να χαθεί ένας άνθρωπος στην αιώνια κόλαση, επειδή δεν θέλει να αποβάλλει την κακία και την έχθρα προς τον ομοιοπαθή συνάνθρωπο του.

    Ένας καλός μοναχός, περίπου πενήντα ετών, από το Άγιον Όρος, γνώριζε τον πατέρα Πορφύριο από τότε, που ζούσε στο Άγιον Όρος και ζήτησε να πάμε να τον δούμε. Επειδή αυτός ήτανε άνθρωπος της νοεράς προσευχής, ζητούσε από τον γέροντα να του μιλήση πώς να προσεύχεται και πώς να χρησιμοποιή την προσευχή του Χριστού, το Κύριε Ιησού Χριστέ, Ελέησον με.

    Ο γέροντας τότε μας ζήτησε να κάνουμε μεγαλοφώνως την προσευχή, πρώτα ο αγιορείτης και ύστερα οι άλλοι, που παρευρισκόμαστε εκεί. Τότε ο γέροντας είπε οτι το «ελέησον με» πρέπει να λέγεται πιο ικετευτικά. Σαν ακριβώς να ζητούσαμε κάτι από κάποιον επίγειον άρχοντα κι όχι με σκληρότητα, γιατί κι ο Χριστός είναι πρόσωπο και δεν επιτρέπεται να του ζητούμε πράγματα με τρόπο μηχανικό.

    Κι’ έφερνε το εξής παράδειγμα: ‘Αν, έλεγε, ένα παιδί πήγαινε στον πατέρα του και του έλεγε: «Πατέρα μου, δώσε μου τριάντα χιλιάδες να αγοράσω ρούχα και παπούτσια» και το ‘λεγε με σκληρότητα και δίχως το κατάλληλο καλό ικετευτικό ύφος, ο πατέρας θα έλεγε ότι «το παιδί του για να μιλάει έτσι θα χει τρελλαθεί, γιατί μόνο, όταν σαλεύουν τα μυαλά κάποιου ομιλεί σκληρά κι’ άκαμπτα». ‘Αν όμως το παιδί χρησιμοποιήσει τα ίδια λόγια με γλυκύτητα, ο πατέρας χαίρεται για το παιδί του και του δίνει τις τριάντα χιλιάδες δραχμές, αλλά και περισσότερα. Και συνέχισε κι’ έλεγε ότι δεν είναι σωστό, στις εκκλησίες, οι προσευχές να γίνωνται τροχάδην ούτε οι μοναχοί πρέπει να τρώνε τα λόγια της προσευχής κι αντί να λένε, Κύριε Ελέησον, να τα κάνουν για συντομία μία λέξη και να λένε του Θεού Κυρλέησον, Κυρλέησον, Κυρλέησον. Ή σαν ποτάμι να βγαίνει από το στόμα μας ο πεντηκοστός ψαλμός ή όποια άλλη προσευχή δίχως κόμματα, δίχως συναισθήματα, δίχως νόημα, λόγια χαμένα κι’ άκαρπα.

    Ρωτήσαμε τον πατέρα Πορφύριο πώς συμβαίνει, πολλές φορές, άνθρωποι να γίνονται καλά από αθεράπευτες ασθένειες κι’ εκείνος απήντησε, δια της πίστεως. Τον ρωτήσαμε δε τι εννοούσε «δια της πίστεως» και μας εξήγησε ότι, αν ο ασθενής εγκαταλείψει τη φυσική γνώση των γιατρών και τα αφήσει στο Θεό, τότε κάνει την πρόνοια του Θεού να αναλάβει να τον κάνει καλά. Και γίνεται έτσι καλά! Να, ήλθε, μας είπε, μια κυρία με καρκίνο στο μαστό και μου λέει εγώ δεν θα πάω πουθενά ούτε σε γιατρούς ούτε σε κανένα και ό,τι θέλει ο Θεός ας γίνη. Κι εγώ της είπα αφού έχεις τόση πίστη στο Θεό, τους γιατρούς δεν τους χρειάζεσαι. Κι’ αδιαφόρησε και έκτοτε πέρασαν τριάντα χρόνια και δεν έπαθε τίποτε. Αλλά αυτό θέλει προσοχή, για να μην εκπειράσουμε τον Κύριον. Δηλαδή, δεν απαιτούμε την θεραπεία, εμπιστευόμεθα στο Θεό να κάνει ό,τι θέλει. Και αυτός, άν θέλει, μας κάνει καλά, αν δε θέλει, μας αφήνει την αρρώστια, όπως στον Απόστολο Παύλο και αν κρίνη πάλι, με τη δική Του, βούληση, μας παίρνει κοντά Του. Γιατί, Πίστις δεν σημαίνει, πάντοτε, βεβαιότητα για τη θεραπεία, αλλά σημαίνει πρωτίστως εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού.

    Κάποτε, που ο γέροντας ευρισκότανε σε πολύ κακή κατάσταση υγείας, δεν σταμάτησε το ευεργετικό έργο του προς τους ανθρώπους. Όμως για τον εαυτό του ποτέ δεν ζητούσε να γίνει καλά. Θεωρούσε την ασθένεια σαν ευεργεσία, επίσκεψη Θεού για τον εξιλασμό και την τελειότητα και ίσως πολλοί θα έλεγαν αυτός που κάνει καλά τους άλλους, πώς δεν κάνει καλά τον εαυτό του. Όμως ο γέροντας ο χαρισματούχος πίστευε ότι η ασθένεια και ο πόνος ήτανε τα μεγαλύτερα των χαρισμάτων.

    Φυσικά οι άνθρωποι τρέμουμε και να το σκεφθούμε αυτό, γι’ αυτό λέμε τίποτε δεν είναι σαν την υγεία. Κι’ όμως ο γέροντας πίστευε ότι είναι μεγάλο χάρισμα ο πόνος κι’ όχι μόνο δεν παρακαλούσε για τον εαυτό του να γίνει καλά, αλλά έλεγε και το εξής σημαντικό: κάποτε παρακαλούσα το Θεό να μου δώσει ασθένεια και τώρα, που μου την έδωσε, να που δεν την αντέχω.

    Έλεγε ο πατήρ Πορφύριος ότι πολλοί άνθρωποι, πολλές φορές, θέλουν να κάνουν το καλό, αλλά από την ενέργεια τους αντί να γίνει καλό, βγαίνει κακό. Πρέπει, έλεγε, να ζυγίζουμε τα πράγματα και μια και δύο και δέκα φορές και να βεβαιωνώμαστε ότι η πράξη κι’ η ενέργεια μας δεν πρόκειτα, να φέρει αντίθετα αποτελέσματα. Κι’ αν αμφιβάλλουμε, ότι η ενέργεια μας δεν θα φέρει το καλό, θα πρέπει να συμβουλευθούμε ανθρώπους έμπειρους επί του θέματος κι’ ακόμη να πάρουμε και την ευλογία του πνευματικού μας, όπως κάνουν και οι μοναχοί στα μοναστήρια, γιατί, έλεγε, κι’ εμείς στον κόσμο ζούμε κι’ ενεργούμε σαν σε μοναστήρι με γεροντάδες και πνευματικούς. Αυτή είναι η σειρά της Εκκλησίας κι’ η Ορθοδοξία.

    Ένας θεολόγος είχε προβλήματα με το Μητροπολίτη του, γιατί ο Μητροπολίτης του σκανδάλιζε με τη συμπεριφορά του τους πιστούς και ρωτούσε το γέροντα αν έπρεπε ο θεολόγος να το πει στο Μητροπολίτη. Κι’ ο πατήρ Πορφύριος του είπε: μπορείς αφού θέλεις, δικαίωμα σου είναι να πας να διαμαρτυρηθείς. Εσύ, του λέει ο θεολόγος, θα το ‘κανες αυτό; Κι’ ο γέροντας είπε: όχι δεν θα το έκανα. Γιατί δεν θα το κάνατε; Εγώ δεν θα το έκανα, γιατί γνωρίζω ότι οι άνθρωποι δεν έχουν υπακοή και δεν έχουν το συνήθειο να κάνουν τί τους λένε οι άλλοι. Γι’ αυτό κι’ εσύ πήγαινε να του το πεις εμπιστευτικά, δίχως να τον προσβάλλεις κι’ άν σε ακούσει και συμφωνήσει μαζί σου, κατάφερες ένα μεγάλο πράγμα, από τα πλέον δύσκολα. Εσείς τί θα κάνατε, γέροντα;

    Εγώ με συνεχή προσευχή θα τα έλεγα του Χριστού και θα παρακαλούσα το Χριστό να του τα μεταφέρει και ο Χριστός, όπως είμαι σίγουρος γι’ αυτό, θα του τα φέρει στους λογισμούς του κι’ αυτός ο τρόπος γνωρίζω ότι είναι ο αποτελεσματικότερος. Ο γέρων συνήθιζε για κάποιο θέμα σοβαρό να αφιερώνει κάθε φορά δεκαπέντε λεπτά, λέγοντας, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, με τόνο ικετευτικό κι αργό κι ο νους του πήγαινε στο πρόσωπο, το οποίο ήθελε να ελεηθεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις το προσέξαμε, ότι άνοιγε και τα χέρια του ελαφρά επηρεασμένος από την εσωτερική προσευχή του. Όταν κάποιος του ζητούσε για χάρη να προσευχηθεί, έλεγε, κάνε κι’ εσύ προσευχή κι’ εγώ θα ευχηθώ ταπεινά προς τον Κύριο.

    Κάποτε δύο φίλοι πήγανε στον πατέρα Πορφύριο και τον ρωτήσανε αν ο ένας προσευχότανε σωστά, όταν έλεγε Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον ημάς. Ο άλλος είχε την εντύπωση ότι έπρεπε να λέει Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με, γιατί, έλεγε, παρακάλεσε για τον εαυτό του κι’ αρκετό είναι. Ο γέρων είπε ότι ο ίδιος, όταν προσευχότανε, έλεγε αργά και ικετευτικά σαν να είχε μπροστά του το Χριστό, Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με, αλλά ο νους του επήγαινε προς τον κόσμο όλο και ξεχωριστά προς την Εκκλησία.

    Έλεγε ο σοφός γέρων Πορφύριος ότι οι γονείς πρέπει να προσέχουν την συμπεριφορά τους, ακόμη και μπροστά στα νήπια και δεν πρέπει να σκέπτωνται και να λένε: «μικράκι είναι και δεν καταλαβαίνει». Προσέξετε, έλεγε, ένα μικρό παιδάκι, που αρκουδίζει πώς κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω τον οποιοδήποτε νέο επισκέπτη που θα μπει στο σπίτι. Μέσα σε χρόνο 23 δευτερολέπτων το μικρό αυτό παιδάκι, που εσύ δεν υπολογίζεις, έχει μελετήσει τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου εκείνου και τον έχει ψυχολογήσει μέσα κι’ έξω.

    Έλεγε ο πατήρ Πορφύριος ότι οι γονείς πρέπει να προσέχουν πολύ τη γλώσσα τους. Πρέπει να ευλογούν κι όχι να καταριώνται τα παιδιά τους, γιατί, έλεγε, και ενώ ομιλούσε, σήκωνε ελαφρά τα χέρια κι άνοιγε τα δάκτυλα, η καρδιά μας είναι ένας πομπός που εκπέμπει και τα δάκτυλα είναι οι κεραίες. Από κάθε άνθρωπο εκπέμπονται ευλογίες ή κατάρες, ευλογία ή δυστυχία, καλό ή κακό. Και διηγείτο ένα περιστατικό που γνώριζε ο ίδιος. Το παιδί, μας έλεγε, έφυγε από το σπίτι του και πήγε στο παιχνίδι, ενώ η μητέρα του το ήθελε να πάει με το γαϊδούρι στο χωράφι.

    Τελικά το παιδί ήλθε στο σπίτι και η μητέρα του γεμάτη θυμό, το καταράστηκε με μια απαίσια κατάρα, με ξυλοκρέβατα, που ξεστομίζουν αμόρφωτες, κακόγνωμες κι’ άξεστες γυναίκες, που ζουν μακρυά από την εκκλησία. Το παιδί πήρε το γαϊδούρι, κτύπησε σε μία πέτρα και το βρήκαν περαστικοί και το έφεραν σε ξυλοκρέβατο νεκρό, όπως το καταράστηκε. Τραβούσε τα μαλλιά της, αλλά το κακό είχε γίνει. Γι’ αυτό και το Ευαγγέλιο συμβουλεύει να ευλογούμε και να μη καταριώμαστε, γιατί η ευλογία φέρνει το καλό και η κατάρα φέρνει το κακό, τη συμφορά, τη δυστυχία.

    Όποιοι ήθελαν να αφιερωθούν στο Θεό και τον ρωτούσαν τι πρέπει να κάνουν, για να αγαπήσουν τον Κύριο, τους έφερνε το παράδειγμα τι κάνουν οι νέοι άνθρωποι, που, για να παντρευτούν, ερωτεύονται ένα πρόσωπο. Αν θέλει ένας να ερωτευθεί κάποια νέα, όσο καταπιάνεται με αυτή, τόσο του κολλάει στο νου και δεν μπορεί να την βγάλει. Παρομοίως οι άνθρωποι του Θεού πρέπει να καταπιανόμαστε με το Θεό και τα θεία κι εκεί πρέπει να ‘ναι ο νους μας κι’ οι σκέψεις μας κι’ η μελέτη μας και να μη μένει περιθώριο για να εισέλθει τίποτε άλλο.

    Συμβούλευε όλους τους ανθρώπους και ειδικά όσους νέους ήθελαν να αφιερωθούν στο Θεό, να ‘χουν για πρότυπο τους τους μοναχούς του Αγίου Όρους κι’ εκεί νάναι στραμμένος ο νους τους, ως το ιδεώδες μονοπάτι που οδηγεί στην αγιωσύνη. Αν ο νέος, ο οποίος δεν είναι μοναχός, δεν βλέπει στο μοναχισμό το σωστό πρότυπο του αγίου, κινδυνεύει να περιπέσει στην αίρεση και στην πλάνη. Σημείο πλάνης, έλεγε, είναι να αισθάνεται ανώτερος των ασκητών, επειδή έδωσε ελεημοσύνη ή κήρυξε το ευαγγέλιο, το οποίο ο ίδιος δεν το τηρεί.

    Έλεγε ο γέρων Πορφύριος ότι ο σωστός χριστιανός, όταν ακούσει ότι κάποιος χαίρεται, προσπαθεί και χαίρεται μαζί του κι’ όταν ακούση ότι κάποιος λυπάται κι’ αυτός λυπάται και προσεύχεται γι’ αυτόν και προπαντός προσέχει πολύ μήπως από την κακή του στάση απέναντι του προβλήματος του συνανθρώπου του προσελκύσει επάνω του τον πειρασμό και πειρασθεί κι’ αυτός, για να μάθει από τη σκληρή πείρα των πραγμάτων ότι οφείλει να είναι συμπαθής προς τους πειραζομένους και πάσχοντας. Κι’ επ’ αυτού έλεγε «ότι στο χωριό του υπήρχε μια γυναίκα που είχε ένα εμπορικό κατάστημα. Η γυναίκα αυτή άκουσε ότι μια νέα του χωριού αποπλανήθηκε από ένα παντρεμένο κι’ έμεινε έγκυος. Ήτο τέτοιος ο ζήλος της εμπόρισσας εκείνης, που άρχισε να το συζητεί με τις άλλες γυναίκες και να λέει ότι, αν η νέα αυτή ήτανε κόρη της, έτσι, έτσι, έλεγε, θα τη σούβλιζε όπως σούβλισαν οι Τούρκοι το Διάκο. Δεν πέρασε πολύς καιρός και έπεσε της εμπόρισσας πολλή δουλειά κι’ αναγκάσθηκε να πάρει κάποιο για να τη βοηθάει στο έργο της και τελικά έμεινε η γυναίκα έγκυος από αυτόν κι’ έμαθε, δια της σκληρής πείρας, ότι είμεθα όλοι άνθρωποι, ομοιοπαθείς με σάρκα και πρέπει να είμαστε ο ένας συμπαθής προς τον άλλο κι’ ανάλογα, αν ο άλλος λυπάται, να λυπώμαστε κι εμείς κι’ αν χαίρεται, να χαιρώμαστε μαζί του.

    Έλεγε ο γέροντας ότι οι άγιοι ευαρεστούν το Θεό με την άσκηση, την προσευχή και την νηστεία. Ρωτήσαμε το γέροντα εάν ένας τρώγοντας κι ευχαριστώντας το Θεό κάνει έργο καλό, κι’ αφού σκεφθηκε για δύο δευτερόλεπτα, είπε ναι κι’ αυτό γίνεται, δηλαδή τρώγοντας με τάξη να κάνεις κι’ έργο ευχαριστίας και δοξολογίας προς το Θεό ταυτοχρόνως έτσι κι’ η τροφή, αν και ύλη, γίνεται έργο πνευματικό.

    Ένα θρησκευόμενο κορίτσι, είκοσι περίπου ετών, είχε φθάσει σε ακραίες σχέσεις με τους δικούς της κι’ ήθελε να φύγει από το σπίτι. Τελικά πήγε να συμβουλευθεί τον γέροντα Πορφύριο. Έλεγε στο γέροντα ότι δεν τα πηγαίνει καθόλου καλά με τους δικούς της στο σπίτι και σκέφτεται να φύγει. Ο γέροντας τη ρώτησε τι είναι τα προβλήματα της και γιατί δεν μπορεί να τα πηγαίνει καλά με τους δικούς της κι’ εκείνη του είπε ότι δεν την αγαπούν οι δικοί της καθόλου. Κι’ ενώ μεν αυτή είναι θεοσεβής, εκείνοι είναι πολύ κοσμικοί.

    Τότε ο γέροντας της είπε ότι αφού είναι ευλαβής, πρέπει αυτή μάλλον να τους αγαπάει και να μην απαιτεί αυτοί να την αγαπούν. Γνωρίζεις, της λέει, ότι οι χριστιανοί προσπαθούν να αγαπούν τους άλλους με τα ελαττώματα τους, όπως λέει κι’ η παροιμία. Κι’ ενώ μας έλεγε ο πατήρ Πορφύριος το παράδειγμα αυτό, μας έλεγε ότι θα πρέπει οι γονείς σιγά σιγά να αφαιρέσουν από τα παιδιά τους την κακή συνήθεια ότι πρέπει όλο το ενδιαφέρον τους να στρέφεται γύρω από αυτά, κι’ ότι θα πρέπει να τα διδάξουν και να τα συνηθίσουν να κάμπτωνται και να προσαρμόζωνται με όλους και σ’ όλες τις καταστάσεις. Κι’ αυτό για να μη δυσκολεύονται τελικά, όταν θα εισέλθουν στη ζωή, με χίλιους δύο διαφορετικούς χαρακτήρες ανθρώπων( έτσι να μη τα χαλάνε και να μη δημιουργούν εχθρούς για μικροεγωϊσμούς και υπερβολική αυταρέσκεια). Αυτή είναι η σωστή παιδαγωγική, έλεγε.

    Μια κυρία πήγε στον πατέρα Πορφύριο και ρωτούσε τι να κάνει με το σύζυγο της, ο οποίος είναι κακός. Κι’ ο γέροντας της έλεγε, αν γίνεις εσύ καλή χριστιανή, με το καλό σου παράδειγμα και με την αγιότητα σου, σιγά σιγά θα τον συγκινήσεις και θα τον φέρεις στο φιλότιμο και θα γίνει κι’ εκείνος καλός. Εδώ ακριβώς γίνεται το μεγάλο σφάλμα, ότι δεν χρησιμοποιούμε την ευγένεια και την χριστιανική καλωσύνη, τα δυνατά αυτά μεγάλα κλειδιά, για να επηρεάσουμε τους άλλους. Εάν εσύ είσαι καλή κι’ αγία, είναι αδύνατο τελικά να μην επηρεαστεί κι’ ο σύζυγος σου προς την ίδια εξευγενισμένη κατάσταηι. Τι σπουδαία γυναίκα έχω εγώ, θα σκέπτεται. Ένας κακός, ποτέ δεν είναι αρκετός, για να γίνει ένας καυγάς.

    Ο γέροντας ομιλούσε συχνά περί αγώνος και πολέμου, που πρέπει να γίνεται ενάντια στη νωθρότητα, με την οποία μας πολεμεί ο διάβολος, για να μη εργαζόμαστε το έργο της προσευχής. Ο γέροντας ομιλούσε, χρησιμοποιώντας λαϊκές εκφράσεις στον τόπο των ασκητικών. Έτσι δεν έλεγε στους ανθρώπους τις λέξεις ακηδία αλλά νωθρότης, αντί νηστεία έλεγε συχνά τη λέξη διαιτολόγιο ή τρόπο διατροφής. Όταν ο γέροντας ήθελε να μιλήσει για νηστεία σε ανθρώπους εύσωμους τους έλεγε, νομίζω καλό είναι να ακολουθήσεις ένα διαιτολόγιο, να χάσεις λίγο βάρος κι’ άν τον έβλεπε ότι είχε διάθεση για νηστεία του ομιλούσε για τη νηστεία με τις εκφράσεις πρόγραμμα ή διαιτολόγιο.

    Ο γέρων πίστευε ότι η νηστεία πρέπει να ταυτίζεται και με περιορισμό τροφής, ποσοτικώς και σε ορισμένες ώρες, όπως συνηθίζουν κι’ οι κοσμικοί να κάνουν τις δίαιτες τους κι’ όχι, όπως συνηθίζουν οι πολλοί χριστιανοί, όταν νηστεύουν, να παχαίνουν, επειδή τρώγουν νηστήσιμα, όχι δύο ή τρεις φορές, από λίγο, αλλά συνέχεια, δίχως ωράριο και δίχως πρόγραμμα και μεγάλες ποσότητες, όπως δηλαδή τρώνε κι’ οι χοίροι. Έτσι ο γέροντας πίστευε ότι η σωστή νηστεία των χριστιανών πρέπει μεν να συμμορφώνεται με τις διατάξεις των Πατέρων της Εκκλησίας ως προς την αποφυγή των ζωϊκών και λιπαρών ουσιών, αλλά να βαδίζει και με το σύστημα, που ακολουθούν κι’ όσοι ακολουθούν τις ιατρικές συμβουλές δηλαδή να τρώγουν σε συγκεκριμένες ώρες λίγο φαγητό. Φυσικά είναι κι’ η εντολή του Θεού ότι πρέπει να τρώμε σαν λογικοί άνθρωποι κι’ όχι σαν άλογα ζώα, όποτε μας το ζητάει το ένστικτο ή μάλλον ο πειρασμός, δίχως λόγο και δίχως πρόγραμμα.

    Μια νέα ψηλή πήγαινε κάθε τόσο στο γέροντα, για να τον συμβουλευθεί σε πολλά από τα νεανικά της θέματα. ΄Οπως μας έλεγε της άρεσε η γυμναστική άσκηση, πράγμα που την ξεκούραζε, μετά από το φόρτο των μαθημάτων. Ο γέρων Πορφύριος, που είχε το χάρισμα να συμβουλεύει, ακόμη και τους επιστήμονες εις τον κλάδο, που εξειδικεύοντο, της υπέδειξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη άσκηση από τις μετάνοιες των χριστιανών, όταν μετά που κάνουμε το σταυρό μας γονατίζουμε κι αφού αγγίσουμε με το πρόσωπο τη γη, σηκωθούμε όρθιοι και το επαναλάβουμε αυτό και πάλιν και πάλιν, ενώ εσωτερικά η ψυχή αναστενάζει προς το Θεό, προφέροντας τα λόγια του τελώνου, «Ο Θεός ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ». Επίσης λέγουμε κι’ ό,τι άλλο το αυτοκατάκριτο που θα μας φώτιζε το Πνεύμα το Άγιο.

    Έτσι της έλεγε ο γέροντας, θα μπορούσε να αντικαταστήσει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου, που σπαταλούσε στις γυμναστικές ασκήσεις με τις μετάνοιες. Μετά απο τις μετάνοιες έρχεται μεγάλη χαρά, ανακούφιση πολλή κι’ ειρήνη στην ψυχή, στο δε σώμα δεν παραμένει ούτε το τελευταίο μέλος του να μη τεθεί σε λειτουργία κι’ άσκησι. Ο Χριστός, για να τονίσει την σημασία των μετανοιών, ο ίδιος, όπως διηγείται ο ευαγγελιστής, όταν ευρίσκετο μέσα στον κήπο της Γεσθημανής, αποτραβήχθηκε από κοντά τους όσο να ρίξει ένας μία πέτρα κι’ εκεί άρχισε να κάνει μετάνοιες, πίπτοντας επί του εδάφους κατ’ επανάληψην.

    Οι μετάνοιες κάνουν και στο σώμα το αντίστοιχο φυσικό καλό, όπως και στην ψυχή. Γι’ αυτό οι ασκητές δεν παθαίνουν εύκολα εμφράγματα, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά, γιατί οι αρτηρίες τους, τα διάφορα αγγεία δια των μετανοιών, συντηρούνται άριστα, τα λίπη διαλύονται, η ψυχή κι’ αυτή ηρεμεί κι’ έτσι ο άνθρωπος, μετά από τις ασκήσεις αυτές, μπορούμε να πούμε δεν διαφέρει από ένα αυτοκίνητο, που πέρασε από το συνεργείο, κι’ έκανε ένα καλό σέρβις. Οι μετάνοιες δεν είναι ανθρώπινη, αλλά θεία αποκάλυψη κι’ είναι δυστυχής όποιος άνθρωπος δεν έχει ανακαλύψει το μυστήριο που τις περικλείει. Οι δε πολυπράγμονες, όταν τη νύκτα, πριν κοιμηθούν, κάνουν τις καθιερωμένες μετάνοιες κι’ από τις καθημερινές σκέψεις θα ξεφύγουν και θα ειρηνεύσουν, για να έρθει γρήγορα κι’ ο ύπνος.

    Όταν εμείς ακούγαμε τα τόσο ωραία αυτά πράγματα, εγράφαμε μια σημείωση, όπως συνηθίζαμε και περιμέναμε την κατάλληλη ευκαιρία να ερωτήσωμε τον γέροντα με τη σειρά μας μερικές επιπρόσθετες πληροφορίες επί του θέματος αυτού.

    Μετάνοιες: Έτσι μια μέρα αφού τον βρήκαμε σε ευδιαθεσία, γιατί τις πιο πολλές φορές ήταν άρρωστος, τον ρωτήσαμε τι θα έπρεπε να κάνουμε, όταν θα είχαμε κάνει κάποια εγχείρηση και δεν μπορούσαμε να κάνουμε καθόλου μετάνοιες. Ελάτε μας λέει να σας δείξω τί θα κάνετε κι’ αφού σηκώθηκε και μας έστησε δίπλα του, έκανε πολύ μεγάλους σταυρούς κι όταν το χέρι έπεφτε προς τα κάτω, έκαμπτε και το σώμα του προς τα κάτω κι όταν το χέρι του ερχότανε προς το δεξί μέρος, το σώμα επανήρχετο σε όρθια θέσι κι άρχιζε πάλι το ίδιο και το ίδιο, ενώ τα χείλη του ψιθύριζαν για να ακούσω τις σκέψεις του, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟ. Μάλιστα τα λόγια έβγαιναν από τα χείλη του με κομψότητα, καθαρότητα κι αγάπη ή μάλλον «χαρμολύπη» ένα είδος, ένα μείγμα, να πούμε, αγάπης προς τον Χριστό και λύπης για τις αμαρτίες του. Αυτό ακριβώς θα κάνετε μέχρι να γίνετε καλά, για να μη ξεσυνηθίσετε από την καλή συνήθεια, γιατί τα έργα τα καλά τα πολεμεί ο διάβολος με την οκνηρία.

    Πολλοί άνθρωποι έχουν την κακή συνήθεια, όταν πειράζονται να ξεστομίζουν κακά λόγια, ακόμη και να βλαστημάνε και να εξαποστέλλουν το συνάνθρωπο τους στο διάβολο κι’ αυτό το θεωρούσε ο γέροντας πολύ κακό. Έλεγε ότι μπορεί ένας, όταν θέλει να λέει, άι στην ευχή ή άι στο καλό ή να σε πάρει η ευχή, άι στην ευλογία του Θεού, κι’ έτσι η κατάρα μετατρέπεται σε ευλογία.

    Όταν τον ρωτούσε κανείς ποιο είναι το σωστό ημερολόγιο, το Παλαιό ή το Νέο, συνήθιζε να απαντάει ότι αυτό είναι επιστημονικό θέμα, να πάτε στους επιστήμονες να σας πουν. Κι’ έλεγε ότι ο ίδιος ποτέ δεν θα έφευγε από την Εκκλησία, ό,τιδήποτε κι’ αν συνέβαινε, και συμβούλευε μερικούς κληρικούς, που είχανε διαφορές με την επίσημη Εκκλησία να κάνουν το παν να γεφυρώσουν την διαφορά και να επιστρέψουν στην Εκκλησία. Έλεγε μάλιστα προτιμώ να πλανώμαι μέσα στην εκκλησία, παρά να φύγω από την Εκκλησία. Κι’ έλεγε ότι δεν θα ήθελε να σωθεί μόνος του, δίχως την Εκκλησία κι’ ότι δεν θα εγκατέλειπε το πλοίο της Εκκλησίας, γιατί έπαθε ρωγμή ή γιατί κινδύνευε.

    Γι’ αυτό κι’ όταν προσευχότανε κι’ έλεγε την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, ο νους του πήγαινε στην Εκκλησία κι’ όχι στο άτομο του. Έλεγε: Τι σημαίνει να σωθώ εγώ και να χαθούν οι άλλοι; Γι’ αυτό επέμενε ότι δεν πρέπει να φεύγουμε από την Εκκλησία ό,τι κι’ αν συμβαίνει. Με την υπομονή την προσευχή και την ανοχή και την παράβλεψη των ελαττωμάτων των άλλων, την συμβουλή, ίσως ακόμη και καμμιά φορά και τον έλεγχο, έτσι θα πρέπει να φρονούμε μέσα στην Εκκλησία, αλλά να μη φεύγουμε απ αυτή. Ο διάβολος γνωρίζει ότι η Εκκλησία σώζει τους ανθρώπους και θέλει την διάλυση της. Ο καλός χριστιανός προσέχει να μη βλάψει την Εκκλησία, όπως προσέχουν οι ναύτες το καράβι τους.

    Επειδή συνεχώς έλεγε ότι Ορθοδοξία είναι ο μοναχισμός κι’ ότι, όποιος δεν αγαπά τον μοναχισμό, είναι πλανημένος, κι’ όποιος δεν έχει γέροντα είτε παντρεμένος είτε ελεύθερος, είναι προτεστάντης, γιατί καταργεί τις Ορθόδοξες βάσεις, που ‘ναι ο μοναχισμός, τον ρωτήσαμε: Και τι θα γίνει με τα έργα της Εκκλησίας τα ιεραποστολικά; Έλεγε εξάπαντος πρέπει πρώτα να γιατρευθεί πνευματικά ο ίδιος και μετά να θεραπεύσει τους άλλους.

    Κι’ έφερε, για πρότυπο των Αποστόλων, τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος, όταν μιλούσε κι’ έλεγε, προ ετών δεκατεσσάρων είδα άνθρωπο κ.λ.π. αναφερόταν σε καιρούς μοναχισμού και ασκήσεως, όπως το έπραξαν κι’ ο Πρόδρομος και ο ίδιος ο Κύριος για να μας δείξει κι’ εμάς ότι πρέπει να προϋπάρχει η άσκησις, η θεραπεία, η εμπιστοσύνη, η ασφάλεια κι’ η σιγουριά του εαυτού μας και μετά κάθε τόλμημα μέσα στη θάλασσα και τα κύματα του κοσμου. Αλλιώς η πτώσις δεν αποκλείεται. «Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Και αλλού, «οι δε του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» και τόσα και τόσα ασκητικά, που κάνουν τον μεγαλύτερο αυτόν απόστολο, αλλά και κάθε άλλον απόστολο, να αποδεικνύεται πρώτα μοναχός και μετά απόστολος.

    Πρώτα βγάζει από τα μάτια του τα δικά του δοκάρια και μετά τα αγκάθια από τα μάτια των άλλων. Απ’ όλα αυτά φαίνεται καθαρά ότι ο γέροντας φρονούσε ότι οι άγαμοι κληρικοί πρέπει να ζουν σε μητροπόλεις υπό τύπον μοναστηρίου( ο Δεσπότης πρέπει να ‘ναι ο Ηγούμενος και δεν θα διακινδυνεύουν καθόλου την ψυχή τους. Προ πάντων η πνευματική ασφάλεια εκάστου διδασκάλου. Ο διδάσκαλος πρέπει να είναι τέλειος, για να σώσει και άλλους. Γι’ αυτό επαναλάμβανε συχνά Ορθοδοξία και μοναχισμός έχουν την ίδια σημασία.

    Share Button

    Αφήστε μια απάντηση

    Διαφημίσεις

    varsas

     

    ad

     

    ad

     

    ad