Πρόσφατα σχόλια

    Αρχείο

    Αθάνατη αγάπη

    Ο Ηρακλής,το τίμιο, καλό παιδί και τ’άξιο παλικάρι,

    εγνώρισε την αγάπη στην εξοχή και της έδωσε την καρδιά του να πάρει.

    Την πλησιάζει ο Ηρακλής, μ’ένα περίσσιο θάρρος,

    δε στάθηκε εμπόδιο ούτε ο θεός,ούτε ο χάρος.

    Κόβει απ’το γρασίδι ένα πανέμορφο κόκκινο λουλούδι,

    της το προσφέρει και της λέει το πιο ερωτικό τραγούδι.

    Το παίρνει αυτή χαμογελώντας, στα στήθια της το βάζει,

    κι’άρχισε τα γλυκόλογα αυτός, δίχως να κομπιάζει:

    «Η αφροδίτη δεν είναι οπτασία, είναι εδώ μπροστά μου,

    με μια ματιά μόνο, μου ‘κλεψε την καρδιά μου.

    Αν χάσεις ποτέ τη μάχη με το χάρο,

    μέσα απ’τα χέρια του, θα ‘ρθω να σε πάρω.

    Είσαι 1 λουλούδι πάντ’ανθισμένο,

    το μυστικό που κρατώ στην καρδιά μου, το ‘χω καλά κρυμμένο».

    Τότε αυτή λέει με μια στενάχωρη νεκρή φωνή:

    «Κι’εγώ έχω 1 μυστικό,αλλά αν στο πω θα σε στεναχωρήσω,

    τον εαυτό μου μετά, ποτέ δε θα συγχωρήσω».

    «Τι είναι;πες μου, γιατί θα με τρελάνεις,

    μήπως έρθει να σε πάρει ο χάρος; μήπως πεθάνεις»;

    «Θα μάθεις σύντομα τι με προβληματίζει,

    σε παρακαλώ, μη πας εκεί που η ψυχή μου θα τριγυρίζει».

    Ώσπου άρχισε να σκοτεινιάζει, η ώρα άρχισε να περνάει,

    κι’ο καθένας στο σπίτι του, έπρεπε να πάει.

    Δώσανε ραντεβού την επόμενη ημέρα,

    αυτή την ώρα, εδώ πέρα.

    Αυτός πήγε στο ραντεβού από νωρίς,

    αυτή τη στιγμή, περίμενε ολημερίς.

    Περίμενε ένα τέταρτο, η ώρα περνούσε,

    η αγάπη του δίχως λόγο, αργούσε.

    Ώσπου δεν άντεξε άλλο, άρχισε να την αναζητεί,

    σήκωσε γη κι’ουρανό, μα πουθενά δεν ήταν αυτή.

    Είχε πάει ταξίδι δίχως επιστροφή, ταξίδι μακρινό,

    είχε πεθάνει από λευχαιμία, αυτό το πρωϊνό.

    Και τότε αυτός πάνω στην απελπισία του αυτοκτονεί,

    με αγωνία να συναντήσει την αγάπη του αδημονεί.

    Κατεβαίνει στον άλλο κόσμο για να τη συναντήσει,

    ρωτά όλους τους νεκρούς, αν την έχουν γνωρίσει:

    «Μήπως είδατε την αγάπη μου; Μήπως τη ζωή μου;

    αν δε τη βρω, θα χάσω την αναπνοή μου».

    Στον Άδη κανείς δεν την είχε ανταμώσει,

    στα τάρταρα κανείς δεν την είχε χουφτώσει,

    στην κόλαση ο διάολος δεν την είχε τυραννήσει,

    κι’έμεινε ο παράδεισος, για να τη συναντήσει.

    Μπαίνει μέσα, ρωτά τον άγιο Πέτρο, αγγέλους, τον Χριστό, τον θεό και την παναγία,

    ρωτά με αγωνία, κάθε άγιο και κάθε αγία.

    Όλοι του λέγανε ότι είναι στον παράδεισο,

    αλλά πώς να τη βρει μέσα σε μια απέραντη άβυσσο;

    Άρχισε λοιπόν να ψάχνει, αφού δεν είχε άλλη επιλογή,

    «είναι εδώ», σκέφτηκε,αφού δεν είναι ούτε στη γη.

    Έψαξε όλο τον παράδεισο, μα δεν ήταν πουθενά,

    σκέφτηκε τότε να πάει πάλι πίσω στον σατανά.

    Πριν βγει απ’τον παράδεισο όλους τους χαιρετάει,

    πάει να βγει και την αγάπη του συναντάει.

    «Δε σου είπα να μη με ψάξεις; Γιατί μ’αναζητάς;

    γύρνα γρήγορα πίσω, γιατί δεν απαντάς»;

    Άφωνος ο Ηρακλής, την αγάπη του κοιτούσε,

    να τη σφίξει στην αγκαλιά του, αδημονούσε.

    «Είσαι η αγάπη μου»; λέει με μια φωνή φοβισμένη,

    ποιος λόγος σ’έφερε εδώ; η ζωή σου σε περιμένει».

    «Ο θεός ήθελε να με πάρει, έπρεπε να φύγω,

    ελπίζω όμως εσύ, να ήρθες για λίγο».

    «Όχι, θα μείνω εδώ μαζί σου, ως τη δευτέρα παρουσία,

    θα είμαστε για πάντα μαζί, αυτή είναι η ουσία».

    Κι’αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και θα είναι για πάντα μαζί,

    η αγάπη μέσα στην καρδιά τους, αιώνια θα ζει.

    Share Button

    Αφήστε μια απάντηση

    Διαφημίσεις

    varsas

     

    ad

     

    ad

     

    ad